μπαΐρι < τουρκική bayir
Ουσιαστικό μπαΐρι ουδέτερο

(ιδιωματικό) η πλαγιά (ενός βουνού ή λόφου)
(κατ’ επέκταση) χωράφι άγονο ή ακαλλιέργητο



προς το παρόν πατάμε σταφύλια όμως σύντομα θα έχουμε νέα ιστοσελίδα